Το να είσαι τσιγγάνος στην Σερβία του 21ου αιώνα είναι σαν να περπατάς σε ένα, δυνητικά εκρηκτικό, πολιτισμικό και κοινωνικό ναρκοπέδιο. Σήμερα κανείς δεν συμπεριφέρεται πιο ντόμπρα μέσα από το χάος της ιστορίας, των μύθων, των παραδόσεων, των προκαταλήψεων και της περηφάνιας, όσο οι KAL από το Βελιγράδι.
Οι KAL είναι μια νέα μπάντα, με rock'n'roll στάση ζωής, που πυροδοτείται από χορευτικούς ρυθμούς και έχει τις ρίζες της στα μπλουζ των Βαλκανίων. Μέσα από την ευφυία τους, την ικανότητά τους να συνταιριάζουν φαινομενικά αταίριαστους ήχους και την άρνησή τους στους «φολκλόρ» κανόνες, οι KAL σηματοδοτούν την πορεία τους τόσο σαν μέρος της Βαλκανικής τσιγγάνικης παράδοσης όσο και σαν Ρομά πολιτισμικοί ακτιβιστές του 21ου αιώνα.
Η ταυτότητα των KAL είναι η περηφάνια για την φυλή τους, περιλαμβάνει όμως και εκφραστικά μέσα άλλων εθνοτήτων κοιτάζουν μπροστά ενώ αγκαλιάζουν έναν θησαυρό χιλίων χρόνων «lungo drom» (μακρινού δρόμου), μια κουλτούρα που είναι ταγμένη να παίξει επί ίσοις όροις στο παιχνίδι της πάντα εξελισσόμενης Νέας Ευρώπης που όλοι μοιραζόμαστε.
Κι αν ακόμα στους μεταμοντέρνους, πολύγλωσσους καιρούς μας μπορεί οι λέξεις «αφοσίωση» και «αποστολή» να ακούγονται παλιομοδίτικες, οι KAL είναι μια μπάντα που σκοπεύουν να ξεχωρίσουν.
Οι KAL που στην γλώσσα των Ρομά σημαίνει «μαύρο», ιδρύθηκαν από τους αδερφούς Ristic, τον Dragan και τον Dushan, για να αντικρούσουν τις προκαταλήψεις και τα κλισέ που αντιμετωπίζουν οι Ρομά. Ο Dragan, παραγωγός θεάτρου που έχει στήσει θέατρα τσιγγάνων στην Βουδαπέστη και στο Βελιγράδι, και ο Dushan ζωγράφος, στοχεύουν μέσα από τους KAL να αναμίξουν επιδράσεις από την παραδοσιακή βαλκανική τσιγγάνικη μουσική, με τα σύγχρονα μουσικά ακούσματα που είχαν όσο ζούσαν στο Βελιγράδι και την Βουδαπέστη.
Οι Ristic μεγάλωσαν στην Κεντρική Σερβία, γιοί του δάσκαλου Sreten Ristic, («ο πατέρας μας ήταν ο πρώτος τσιγγάνος δάσκαλος που αποφοίτησε από την ακαδημία») που ήταν επίσης μουσικός: αυτό το άλμπουμ είναι αφιερωμένο σε αυτόν. Οι γονείς τους ευνοήθηκαν από τις προσπάθειες του προέδρου Τίτο για ενσωμάτωση των Ρομά στην γιουγκοσλάβικη κοινωνία κι έτσι ενθάρρυναν τον Dragan και τον Dusan να είναι περήφανοι για την κληρονομιά τους αλλά ταυτόχρονα να αποκτήσουν παιδεία. Αυτό είναι που συνεχίζουν ως σήμερα: κάθε καλοκαίρι οργανώνουν το θερινό σχολείο Amala στο χωριό τους Valjevo, ένα workshop που διαρκεί δυο βδομάδες. Εκεί συγκεντρώνονται μαθητές απ' όλο τον κόσμο για να μάθουν την γλώσσα των Ρομά, τη μουσική και την ιστορία τους.
Είχα συναντήσει στον Dragan στο διαμέρισμά του σε μια γειτονιά του Νέου Βελιγραδίου. Η επίσκεψή μου συνέπεσε με την ηχογράφηση ενός μέρους αυτού του άλμπουμ στο στούντιο που έχει στο σπίτι του ο Dragan. Στο διάλειμμα που κάναμε για καφέ και τσιγάρο μου εξήγησε την μουσική φιλοσοφία του: «Εκτός από μερικούς μύθους όπως ο SavanBajramovic πολύ λίγοι άνθρωποι στη Σερβία παίζουν τσιγγάνικη μουσική με παραδοσιακό τρόπο. Οι περισσότεροι χρησιμοποιούν ηλεκτρικά keyboards, μια κατάρα για την Βαλκανική μουσική. Οι πρόγονοί μας από την πλευρά του πατέρα μας ήταν πάντα μουσικοί. Για αιώνες ταξίδευαν σε διάφορες περιοχές για να παίξουν σε γάμους, κηδείες και βαφτίσια, έτσι νιώθουμε ότι συνεχίζουμε αυτήν την παράδοση. Αλλά δεν ζούμε στο παρελθόν. Θαυμάζω τον ManuChao, τον τρόπο που αναμιγνύει τα πάντα, τον τρόπο που διασκεδάζει με τους ήχους. Είμαι ένας άνθρωπος της πόλης, ανήκω στον σύγχρονο κόσμο, πηγαίνω σε raveparties κι έτσι ανακατεύοντας την παράδοση με τη ζωή της πόλης νομίζω ότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να διατηρήσουμε την κουλτούρα μας».
Για το πρώτο τους διεθνές άλμπουμ ο Dragan αναδιοργάνωσε τη σύνθεση της μπάντας και έθεσε ψηλά τον πήχυ στο τι μπορεί να πετύχει μία τσιγγάνικη αυτοδίδακτη μπάντα στον 21ο αιώνα. Ηχογραφημένο με έναν ισχνό προϋπολογισμό, στο ετοιμόρροπο στούντιο του Dragan, αυτό το υπέροχο, αυθόρμητο άλμπουμ ανεβάζει την τσιγγάνικη σόουλ στο υπερπέραν.
Για να βγει αυτή η μίξη, οι KAL ζήτησαν τη βοήθεια του Mike Nielsen για να μιξάρει, να βρει beats και να κάνει την παραγωγή του άλμπουμ. Η εμπειρία του Nielsen περιλαμβάνει τα πάντα, από το μιξάρισμα ζωντανών ηχογραφήσεων του Dizzy Gillespie και τη δουλειά του με Τούρκους και Μαορί μουσικούς έως την παραγωγή των Underworld, Jamiroquai και Natasha Atlas.
«Την πρώτη φορά που ο Dragan μου έπαιξε τα demo αυτού του άλμπουμ, εντυπωσιάστηκα από τον συνδυασμό των τραγουδιστών και της ενορχήστρωσης, πόσο φρέσκο ακουγόταν το κάθε τι», λέει ο Nielsen. «Η μουσική των KAL έχει ένα θετικό feeling, κάθε τραγούδι με έκανε να χαμογελάω. Ο Dragan μου εξηγούσε τα λόγια των τραγουδιών. Σε ένα τραγούδι μια γυναίκα τραγουδάει πόσο εύχεται να είχε φτερά και να πετάξει για να βρει τον άντρα της. Και η χορωδία τραγουδάει "Ωχ, καλή μου, ωχ καλή μου". Νομίζω ότι ήταν φοβερό».
Το όραμα των Ristic για το πώς οι KAL αγκαλιάζουν την μουσική των τσιγγάνων στον 21ο αιώνα είναι γενναιόδωρο: Ρυθμοί bhangra υπογραμμίζουν ένα τραγούδι, το βιολί χορεύει σε έναν ρυθμό που κρατιέται από το ακουστικό μπάσο, μια μεταλλική χαβανέζικη κιθάρα κλαίει πάνω σε ένα τεμπέλικο ρυθμό βαλς, κι ένα ακορντεόν βάζει πινελιές ταγκό, ο σατιρικός ροκάς από το Μαυροβούνιο Rambo Amadeus μας φέρνει στο σύγχρονο χιπ-χοπ, ενώ οι εντυπωσιακές φωνές της Zumrita Jakupovic, της Adil Maksutovic και της Dragana Berakovic δανείζουν στα τραγούδια ποιότητες γήϊνες και αισθαντικές.
«Με αυτό το άλμπουμ οι KAL δίνουν το παράδειγμα στους νέους Ρομά μουσικούς των Βαλκανίων, ότι μπορείς να είσαι ταυτόχρονα σύγχρονος και παραδοσιακός. Υπάρχουν τόσοι πολλοί μουσικοί Ρομά που παίζουν ποπ σαχλαμάρες γιατί η βαλκανική και ιδιαίτερα η σερβική κοινωνία, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, έχουν αφήσει να επικρατεί ο μικρότερος παρονομαστής. Πολλοί νέοι μουσικοί κάνουν συμβιβασμούς εις βάρος της μουσικής τους γιατί νομίζουν ότι κανείς δεν θέλει να ακούει τίποτα άλλο εκτός από turbo σκουπίδια. Ελπίζω ότι δίνουμε ένα παράδειγμα στους νέους Ρομά μουσικούς που χρησιμοποιούν beats, αλλά παραμένουν αληθινοί Ρομά στην κουλτούρα και στη μουσική» λέει ο Dragan.
Garth Cartwright
συγγραφέας του βιβλίου Princes Amongst Men: Journeys With Gypsy Musicians |